Η Χανιώπορτα ή αλλιώς Πύλη Παντοκράτορα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πύλες των ενετικών οχυρώσεων του Ηρακλείου. Η κατασκευή της εντάσσεται στο μεγάλο αμυντικό πρόγραμμα των Βενετών που ξεκίνησε το 1462, μετά την πειρατική επιδρομή του Μπαρμπαρόσα, και κορυφώθηκε τον 16ο αιώνα με την ολοκλήρωση των επιβλητικών τειχών της πόλης. Η συγκεκριμένη πύλη οικοδομήθηκε γύρω στο 1570, αποτελώντας το δυτικό πέρασμα του Χάνδακα.
Η ονομασία «Παντοκράτορα» προήλθε από τη γειτονική εκκλησία, ενώ το νεότερο τοπωνύμιο «Χανιώπορτα» συνδέεται με το γεγονός ότι από εκεί ξεκινούσε ο δρόμος προς τα Χανιά. Αρχιτεκτονικά, η πύλη διέθετε μνημειακή καμάρα, στοές και ισχυρούς αμυντικούς πύργους. Στην πρόσοψη υπήρχε ο ανάγλυφος Λέων του Αγίου Μάρκου, σύμβολο της Ενετικής Δημοκρατίας, στοιχείο που υπογράμμιζε την πολιτική και στρατιωτική ισχύ της Βενετίας.
Η Χανιώπορτα είχε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία: αποτελούσε το βασικό πέρασμα από και προς τη δυτική Κρήτη και σημείο ελέγχου εμπορευμάτων και ταξιδιωτών. Κατά τη διάρκεια του Κρητικού Πολέμου (1645–1669), η πύλη και τα τείχη του Ηρακλείου βρέθηκαν στο επίκεντρο της μακροχρόνιας πολιορκίας από τους Οθωμανούς. Μετά την παράδοση του Χάνδακα το 1669, η πύλη συνέχισε να χρησιμοποιείται, αν και ο στρατιωτικός της ρόλος σταδιακά περιορίστηκε.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της Κρητικής Πολιτείας (1898–1913), η Χανιώπορτα παρέμεινε ζωντανό σημείο διέλευσης. Μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα το 1913, οι ανάγκες της σύγχρονης πόλης οδήγησαν σε αλλοιώσεις του μνημείου. Στις δεκαετίες του 20ού αιώνα, τμήματα της πύλης κατεδαφίστηκαν για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία, χάνοντας μεγάλο μέρος της αρχικής της μορφής.
Σήμερα διατηρούνται απομεινάρια που υπενθυμίζουν το ένδοξο ενετικό παρελθόν. Η Χανιώπορτα, αν και αλλοιωμένη, παραμένει τοπόσημο του Ηρακλείου και σημαντικό μνημείο της ιστορικής μνήμης της πόλης.
